σκλαβιά
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία άτομο ή ομάδες ανθρώπων στερούνται της ελευθερίας τους και υποβάλλονται σε ιδιοκτησιακή, καταναγκαστική ή εξαναγκαστική εργασία χωρίς δυνατότητα αυτοδιάθεσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ελευθερία απελευθέρωση ανεξαρτησία αυτονομία χειραφέτηση λευτεριά λύτρωση ελευθέρωση αυτοδιάθεση ανεξαρτητοποίηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η σκλαβιά ήταν κοινό φαινόμενο σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς.
- Έζησε πολλά χρόνια στη σκλαβιά πριν τελικά απελευθερωθεί.
- Η σκλαβιά της φτώχειας κρατάει ολόκληρες οικογένειες σε αδυναμία.
- Τον έχει κυριεύσει η σκλαβιά των κοινωνικών δικτύων.
- Η σκλαβιά απαγορεύτηκε νομικά στον 19ο αιώνα σε πολλές χώρες.