σκεπτικό

άλλο

Το σύνολο των σκέψεων, των συλλογισμών ή των επιχειρημάτων που στηρίζουν μια άποψη, απόφαση ή ενέργεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σκεπτικό της απόφασης του δικαστηρίου αναλύθηκε αναλυτικά στην τελευταία σελίδα.
  • Στο άρθρο εξηγείται το σκεπτικό που οδήγησε στην πρόταση νόμου.
  • Τα σκεπτικά των επιστημόνων για το θέμα διαφέρουν αρκετά.
  • Πριν ψηφίσουμε, ας συζητήσουμε το σκεπτικό της προτεινόμενης αλλαγής.
  • Το σκεπτικό της κριτικής τους ήταν ότι δεν υπήρχαν επαρκή δεδομένα.