σκεπτικό
άλλοΤο σύνολο των σκέψεων, των συλλογισμών ή των επιχειρημάτων που στηρίζουν μια άποψη, απόφαση ή ενέργεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παραλογισμός αυθαιρεσία ανορθολογισμός παραλογοσύνη προχειρότητα ασυναρτησία παρορμητισμός ένστικτο τυφλότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σκεπτικό της απόφασης του δικαστηρίου αναλύθηκε αναλυτικά στην τελευταία σελίδα.
- Στο άρθρο εξηγείται το σκεπτικό που οδήγησε στην πρόταση νόμου.
- Τα σκεπτικά των επιστημόνων για το θέμα διαφέρουν αρκετά.
- Πριν ψηφίσουμε, ας συζητήσουμε το σκεπτικό της προτεινόμενης αλλαγής.
- Το σκεπτικό της κριτικής τους ήταν ότι δεν υπήρχαν επαρκή δεδομένα.