σιγά
επίρρημα1. Με χαμηλή ένταση ήχου· χωρίς θόρυβο.
2. Με αργό ρυθμό ή σταδιακά.
3. Χρησιμοποιείται για να μειώσει τη σημασία ενός γεγονότος ή να εκφράσει αδιαφορία/καθησυχασμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περπάτα σιγά, μη βιαστείς.
- Σιγά, δεν έγινε και τίποτα.
- Σιγά που θα του δώσω τα χρήματά μου!
- Σιγά το επίτευγμα, το έκανε ο καθένας.
- Μαθαίνει σιγά-σιγά να διαβάζει.