σημείωμα
ουσιαστικό1. Σύντομο γραπτό κείμενο, συνήθως σε κομμάτι χαρτιού ή ηλεκτρονικό αρχείο, που καταγράφει πληροφορίες, υπενθυμίσεις ή παρατηρήσεις προς ανάγνωση αργότερα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άφησα ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι για να θυμίσω το ραντεβού.
- Η διοίκηση έστειλε επίσημο σημείωμα σε όλους τους υπαλλήλους.
- Έγραψα ένα σημείωμα στο περιθώριο του βιβλίου με σύντομες παρατηρήσεις.
- Το σημείωμα που βρήκα στο ψυγείο έγραφε μόνο «Φάτο».
- Ο συνθέτης άφησε ένα τεχνικό σημείωμα για τους μουσικούς πριν την πρόβα.