σβήνομαι
ρήμα1. Παύω να εκπέμπω φως ή να καίγομαι, όπως φωτιά, λαμπτήρας ή φλόγα.
2. Διαγράφονται ή χάνονται σταδιακά σημάδια, γράμματα ή σχέδια από επιφάνειες λόγω τριβής, σβησίματος ή φθοράς.
3. Παύω να λειτουργώ ή να παρέχω ισχύ, για μηχανές, συσκευές ή φωτισμό.
Συνώνυμα
εξαφανίζομαι αφανίζομαι χάνομαι διαγράφομαι κατασβήνομαι σβήνω ξεθωριάζομαι αδρανοποιούμαι αποθαρρύνομαι εξατμίζομαι εξαχνώνομαι εξασθενούμαι απορρίπτομαι καταστρέφομαι κοιμάμαι αποτραβιέμαι εξοντώνομαι
Αντώνυμα
εμφανίζομαι φαίνομαι παραμένω μένω φωτίζομαι ανάβω αναζωπυρώνομαι καίγομαι ζωντανεύω διατηρούμαι ξεπροβάλλω είμαι καίω ανασταίνομαι επιβιώνω αναδύομαι εκδηλώνομαι διαφαίνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν η μπαταρία τελειώνει, εγώ σβήνομαι αυτόματα.
- Αν φυσήξεις δυνατά το κερί, εγώ σβήνομαι.
- Αν δεν αποθηκευτώ, εγώ σβήνομαι χωρίς δυνατότητα ανάκτησης.
- Όταν είμαι πολύ κουρασμένος, συχνά σβήνομαι για λίγα λεπτά.
- Μετά από χρόνια στον ήλιο, εγώ σβήνομαι και τα χρώματα ξεθωριάζουν.
- Αν διαγραφεί ο λογαριασμός, εγώ σβήνομαι από την πλατφόρμα.