ρευστότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ενός υλικού ή ενός συστήματος να ρέει εύκολα ή να μεταβάλλεται χωρίς να χάνει τη συνοχή του.
2. Δυνατότητα ενός περιουσιακού στοιχείου να μετατρέπεται γρήγορα σε μετρητά ή να χρησιμοποιείται άμεσα στις οικονομικές συναλλαγές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ρευστότητα της επιχείρησης βελτιώθηκε μετά την αύξηση των πωλήσεων.
- Η τράπεζα αξιολογεί τη ρευστότητα του δανειολήπτη πριν εγκρίνει το δάνειο.
- Σε περιόδους κρίσης, η έλλειψη ρευστότητας δυσκολεύει τις πληρωμές.
- Η ρευστότητα του ύφους του συγγραφέα κάνει το κείμενο πολύ ευανάγνωστο.
- Οι επενδυτές προτιμούν αγορές με υψηλή ρευστότητα.
- Η ρευστότητα των συνθηκών απαιτεί προσαρμοστικότητα από όλους.