πωλητής

ουσιαστικό

1. Άτομο που προσφέρει και διαθέτει προς πώληση αγαθά ή υπηρεσίες σε καταναλωτές ή άλλες επιχειρήσεις, συνήθως με σκοπό την είσπραξη αντιτίμου.

Συνώνυμα

πωλήτρια έμπορος καταστηματάρχης αντιπρόσωπος χονδρέμπορος προμηθεύτρια προμηθευτής διανομέας πράκτορας ντίλερ μαγαζάτορας μπακάλης ψιλικατζής μανάβης κρεοπώλης λαχειοπώλης ναρκέμπορος πωλητάρης πλανόδιος εμπόριος αποστολέας

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πωλητής στο μαγαζί με βοήθησε να βρω το κατάλληλο μέγεθος.
  • Ο πωλητής στο παζάρι φώναζε τις προσφορές όλη μέρα.
  • Ο πωλητής στην πλατφόρμα απάντησε γρήγορα στο μήνυμά μου.
  • Ο πωλητής του ακινήτου υπέγραψε τα συμβόλαια χθες.
  • Ο πωλητής εισιτηρίων έκλεισε το ταμείο μετά το τέλος της παράστασης.
  • Ο πωλητής παρουσίασε τα πλεονεκτήματα του προϊόντος στον πελάτη.