πρόθεση
ουσιαστικό1. Ψυχική κατάσταση ή σκοπός που έχει ένα άτομο και καθοδηγεί την εκτέλεση μιας ενέργειας ή τη λήψη μιας απόφασης.
2. Λέξη ή γλωσσικό μόρφημα που συνδέει ουσιαστικά, αντωνυμίες ή φράσεις και δηλώνει σχέση μεταξύ τους, όπως χώρο, χρόνο, αιτία ή τρόπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρόθεση μου είναι να σπουδάσω στο εξωτερικό.
- Δεν είχα την πρόθεση να σε πληγώσω.
- Η λέξη «σε» είναι πρόθεση στη σύνταξη της ελληνικής γλώσσας.
- Μετά την εξαγωγή χρειάστηκε οδοντική πρόθεση.
- Η πρόθεση του νομοθέτη φαίνεται στην αιτιολογική έκθεση.