πρόβλεψη
ουσιαστικό1. Εκτίμηση ή προδιαγραφή για γεγονός, κατάσταση ή έκβαση στο μέλλον, βασισμένη σε στοιχεία, εμπειρία ή μεθόδους ανάλυσης.
2. Μέτρο ή ενέργεια που λαμβάνεται εκ των προτέρων για πρόληψη, αποφυγή ή αντιμετώπιση ανεπιθύμητων συνεπειών.
Συνώνυμα
πρόγνωση ρήτρα εκτίμηση προβολή διάταξη προνοητικότητα σενάριο πρόνοια προβλεψιμότητα προσδοκία προοπτική υπόθεση προαίσθηση μαντεψιά μαντεία προφητεία υπολογισμός μέλλον προαίσθημα εικασία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρόβλεψη του καιρού για αύριο λέει ότι θα βρέξει.
- Οι οικονομικές προβλέψεις δείχνουν αύξηση της ανεργίας το επόμενο τρίμηνο.
- Στη σύμβαση υπάρχει ρητή πρόβλεψη για αποζημίωση σε περιπτώσεις καθυστέρησης.
- Πρέπει να γίνει πρόβλεψη για έκτακτα έξοδα στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
- Η πρόβλεψη του επιστημονικού μοντέλου συμφωνεί με τα πειραματικά δεδομένα.
- Η πρόβλεψη των αναλυτών για το αποτέλεσμα του αγώνα διαψεύστηκε.