πρόβα
ουσιαστικό1. Προπαρασκευαστική άσκηση ή συνεδρία κατά την οποία καλλιτέχνες, μουσικοί, ηθοποιοί ή τεχνικό προσωπικό επαναλαμβάνουν και συντονίζουν έργο ή σκηνές πριν από δημόσια παρουσίαση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρόβα για την παράσταση αρχίζει στις επτά.
- Οι μουσικοί έκαναν μια πρόβα πριν τη συναυλία.
- Πρέπει να κλείσουμε πρόβα για το νυφικό το Σάββατο.
- Η δοκιμή λειτούργησε ως πρόβα για το νέο σύστημα.
- Η πρόβα τζενεράλε έγινε χθες και όλα κύλησαν ομαλά.