πρωτιά
ουσιαστικό1. Θέση ή κατάσταση του να βρίσκεται κάποιος ή κάτι στην πρώτη θέση σε σειρά, κατάταξη ή αγώνα.
2. Ιδιότητα ή κατάσταση του να προηγείται χρονικά ή να εμφανίζεται πριν από άλλα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομάδα κέρδισε την πρωτιά στο πρωτάθλημα.
- Η παράταξη κατέκτησε την πρωτιά στις δημοτικές εκλογές.
- Η μαθήτρια πήρε την πρωτιά στις πανελλαδικές εξετάσεις.
- Το βιβλίο βρέθηκε στην πρωτιά της λίστας πωλήσεων.
- Η πρωτιά στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών έδωσε πλεονέκτημα στην εταιρεία.