προετοιμάζω
ρήμα1. Κάνω κάτι έτοιμο για χρήση ή για πραγματοποίηση, συγκεντρώνοντας και τακτοποιώντας τα αναγκαία στοιχεία και πόρους.
2. Λαμβάνω εκ των προτέρων μέτρα ή διευθετώ διαδικασίες και υλικά που απαιτούνται για μια δραστηριότητα, ένα γεγονός ή έναν σκοπό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην κουζίνα προετοιμάζω το δείπνο για τους καλεσμένους.
- Για τη συνάντηση προετοιμάζω την παρουσίαση και τις σημειώσεις.
- Για τις εξετάσεις προετοιμάζω τον εαυτό μου με μελέτη κάθε μέρα.
- Την επόμενη εβδομάδα προετοιμάζω τα παιδιά για τη σχολική γιορτή.
- Σε περίπτωση κακοκαιρίας προετοιμάζω εφεδρικά τρόφιμα και φάρμακα.