πρεσβύτερος
άλλο1. Που έχει μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με κάποιον άλλο ή ανήκει σε ανώτερη ηλικιακή ομάδα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πρεσβύτερος της ενορίας θα τελέσει τη θεία λειτουργία την Κυριακή.
- Ο πρεσβύτερος αδελφός μου με δίδαξε να κολυμπώ.
- Στο χωριό, ο πρεσβύτερος συχνά συμβουλεύει τους νέους για τα προβλήματα.
- Με τα χρόνια έγινε πρεσβύτερος, αλλά η εμπειρία του είναι πολύτιμη.
- Οι πρεσβύτεροι του συμβουλίου ψήφισαν ομόφωνα.