πραγματοποίηση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία μια ιδέα, πρόθεση ή σχεδιασμένη πράξη μετατρέπεται σε πραγματικότητα.
2. Η εφαρμογή σχεδίων, μέτρων ή έργων στην πράξη μέσω συγκεκριμένων βημάτων και πόρων.
Συνώνυμα
πραγμάτωση υλοποίηση εκτέλεση εφαρμογή ολοκλήρωση εκπλήρωση επίτευξη διεκπεραίωση τελείωση συντέλεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πραγματοποίηση του έργου απαιτεί συνεργασία πολλών τμημάτων.
- Η πραγματοποίηση της εκδήλωσης αναβλήθηκε λόγω κακοκαιρίας.
- Η πραγματοποίηση του ονείρου του να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο τον γέμισε χαρά.
- Η πραγματοποίηση της συναλλαγής ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγα λεπτά.
- Για την πραγματοποίηση του πειράματος χρειάστηκε ειδικός εξοπλισμός.