πονηριά

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από εξυπνάδα και δολιότητα, όπου κάποιος χρησιμοποιεί παραπλανητικές ή χειριστικές ενέργειες για να αποκτήσει όφελος ή να επηρεάσει άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με λίγη πονηριά κατάφερε να λύσει το πρόβλημα.
  • Η πονηριά του να τον ξεγελάσει έγινε φανερή.
  • Τα παιδιά γελούσαν με την πονηριά τους.
  • Δεν ανέχομαι την πονηριά στην πολιτική.
  • Χρειάζεται λίγη πονηριά για να φτιάξεις ένα οικονομικό γεύμα.