πληρώνω
ρήμα1. Παρέχω χρήματα ή άλλο είδος ως αντάλλαγμα για αγαθά, υπηρεσίες ή δικαιώματα.
2. Καλύπτω οφειλή ή λογαριασμό που οφείλεται σε άλλο πρόσωπο ή φορέα.
3. Αποδίδω χρηματικό ποσό ή αμοιβή σε πρόσωπο για την εργασία ή υπηρεσία που πρόσφερε.
Συνώνυμα
καταβάλλω εξοφλώ αποπληρώνω ξεπληρώνω ξεχρεώνω αμείβω καλύπτω δίνω αποδίδω διευθετώ μισθοδοτώ ανταμείβω αποζημιώνω χρηματοδοτώ σκάω καταθέτω κερνάω ξοδεύω συνεισφέρω αποτίω αποκαθιστώ γεμίζω διακανονίζω εκπληρώνω επιβραβεύω επιδοτώ ξελασπώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τώρα πληρώνω στο ταμείο.
- Κάθε μήνα πληρώνω το ενοίκιο την πρώτη μέρα.
- Ως εργοδότης, πληρώνω τους υπαλλήλους στο τέλος κάθε μήνα.
- Για τα λάθη εκείνης της περιόδου, πληρώνω ακόμα τις συνέπειες.
- Αν προκαλέσω ζημιά, πληρώνω για την αποκατάστασή της.