πληγώνομαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε σωματικό τραυματισμό ή βλάβη, αποκτώ πληγή ή τραύμα.
2. Αισθάνομαι ψυχικό πόνο, λύπη ή δυσφορία εξαιτίας προσβολής, αρνητικής συμπεριφοράς, αδιαφορίας ή απογοήτευσης από άλλους.
Συνώνυμα
πικραίνομαι θίγομαι προσβάλλομαι πειράζομαι στεναχωριέμαι λυπάμαι πονάω τραυματίζομαι ενοχλούμαι αδικούμαι πάσχω πονώ υποφέρω κακοπαθώ ραγίζομαι σπάζομαι υφίσταμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο παιχνίδι, συχνά πληγώνομαι στο γόνατο.
- Όταν με αγνοούν, πληγώνομαι βαθιά.
- Αν με προσβάλλουν μπροστά στους φίλους μου, πληγώνομαι.
- Αν τον εμπιστευτώ και με προδώσει, πληγώνομαι περισσότερο.
- Μη νομίζεις ότι δεν πληγώνομαι, απλώς δεν το δείχνω.