πληγωμένος

επίθετο

1. Που έχει τραυματιστεί σωματικά, παρουσιάζοντας πληγή ή βλάβη στο σώμα.

2. Που έχει υποστεί ψυχικό ή συναισθηματικό πόνο λόγω απογοήτευσης, προδοσίας ή πληγής στην αξιοπρέπεια ή στις σχέσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο στρατιώτης ήταν πληγωμένος στο πόδι.
  • Ένιωσε πληγωμένος από τα λόγια της φίλης του.
  • Η καρδιά της έμεινε πληγωμένη μετά το τέλος της σχέσης.
  • Οι παίκτες έμειναν πληγωμένοι μετά την ήττα.
  • Βρήκα έναν πληγωμένο σκύλο στον δρόμο.