πλακώνω
ρήμα1. Ασκώ πίεση με δύναμη πάνω σε κάτι, με σκοπό να το συμπιέσω, να το ισιώσω ή να το συνθλίψω.
2. Καλύπτω εντελώς ή σε μεγάλο βαθμό κάτι τοποθετώντας πάνω του άλλη ύλη ή αντικείμενο, ώστε να το επικάψω ή να το πνίξω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην κουζίνα πλακώνω το ψωμί με το τηγάνι για να γίνει τραγανό.
- Στον καβγά πλακώνω τον αντίπαλό μου στο ξύλο.
- Μετά την είδηση, πλακώνω από το άγχος και δεν μπορώ να ησυχάσω.
- Όταν βλέπω κωμωδία, πλακώνω στα γέλια.
- Πάντα πλακώνω τα μακαρόνια με πολύ τριμμένο τυρί.