πιστοποίηση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία κατά την οποία επιβεβαιώνεται η γνησιότητα, η εγκυρότητα ή η συμμόρφωση ενός προσώπου, προϊόντος, υπηρεσίας ή συστήματος προς συγκεκριμένα πρότυπα, απαιτήσεις ή κριτήρια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πιστοποίηση των δεξιοτήτων του ήταν απαραίτητη για την προαγωγή στην εταιρεία.
  • Χρειαζόμαστε μια πιστοποίηση ποιότητας πριν ξεκινήσουμε τις εξαγωγές.
  • Η πιστοποίηση των εγγράφων έγινε από την αρμόδια υπηρεσία.
  • Η πιστοποίηση του συστήματος ασφαλείας διασφαλίζει συμμόρφωση με τα διεθνή πρότυπα.
  • Για την εγγραφή στην πλατφόρμα απαιτείται ηλεκτρονική πιστοποίηση της ταυτότητας.