πιάνομαι
ρήμα1. Γίνομαι αντικείμενο σύλληψης ή κράτησης από κάποιον ή κάποια αρχή, χάνω την ελευθερία κινήσεων.
2. Κολλάω ή μπλέκομαι πάνω σε αντικείμενο ή μέρος, ακινητοποιούμαι λόγω παρεμπόδισης (π.χ. ρούχο που πιάστηκε σε αγκάθι).
Συνώνυμα
συλλαμβάνομαι παγιδεύομαι κολλιέμαι κολλάω σκαλώνω μπλοκάρομαι πιάνω κρατούμαι κρατιέμαι καταπιάνομαι σφηνώνομαι μπλέκομαι καταλαβαίνω συγκινούμαι αγγίζομαι αρπάζομαι εμπλέκομαι άρχομαι κολλώ αρχίζω ξεκινάω αφορώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε περίπτωση σεισμού, πιάνομαι από κάτι σταθερό για να μην πέσω.
- Εύκολα πιάνομαι στις λεπτομέρειες και χάνω το γενικό νόημα.
- Συχνά πιάνομαι από μια μελωδία που μου θυμίζει την παιδική ηλικία.
- Όταν λέω ψέματα, φοβάμαι ότι θα πιάνομαι στα λόγια μου.
- Το πρωί πιάνομαι εύκολα από το κρύο και χρειάζομαι ώρα να ζεσταθώ.