πετάγομαι
ρήμα1. Μετακινούμαι γρήγορα και για μικρό χρονικό διάστημα σε κοντινή απόσταση, συνήθως για σύντομη επίσκεψη και άμεση επιστροφή.
2. Σηκώνομαι ή πηδώ απότομα από καθιστή ή ξαπλωμένη θέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά πετάγομαι στο περίπτερο για μια εφημερίδα.
- Αν θέλεις, πετάγομαι στο φαρμακείο να σου φέρω τα φάρμακα.
- Ξαφνικά πετάγομαι από τον καναπέ όταν άκουσα το όνομά μου.
- Όταν υπάρχει δουλειά, πετάγομαι στο γραφείο νωρίς το πρωί για να προλάβω.
- Ακόμα κι αν είμαι απασχολημένος, κάθε τόσο πετάγομαι να δω τα παιδιά στο σχολείο.