περιφέρομαι
ρήμα1. Κινούμαι από τόπο σε τόπο χωρίς σταθερό προορισμό ή συγκεκριμένο σκοπό.
2. Μετακινούμαι επανειλημμένα ή διαρκώς ανάμεσα σε χώρους, συχνά για επίδειξη, προώθηση, αναζήτηση εργασίας ή πελατών ή για κοινωνική προβολή.
Συνώνυμα
περιπλανιέμαι πλανιέμαι τριγυρίζω τριγυρνώ περιδιαβαίνω κυκλοφορώ βολτάρω περιπατώ παρελαύνω επιδεικνύομαι φιγουράρω κοκορεύομαι βολοδέρνω γυρνώ γυρνάω γυρίζω περπατώ βαδίζω χαζεύω οργώνω στριφογυρίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το Σαββατόβραδο περιφέρομαι στους δρόμους της πόλης χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
- Συχνά περιφέρομαι στο προαύλιο και τρομάζω τα πουλιά.
- Δεν θέλω να περιφέρομαι με τα καινούργια μου ρούχα για να προκαλέσω.
- Αισθάνομαι ότι περιφέρομαι σαν έκθεμα όταν όλοι με κοιτάζουν.
- Μου αρέσει να περιφέρομαι ανάμεσα στα ράφια του βιβλιοπωλείου όταν ψάχνω κάποιο βιβλίο.