περιπλάνηση
ουσιαστικό1. Κίνηση ή μετακίνηση χωρίς σταθερό προορισμό, με ελεύθερη ή τυχαία πορεία από τόπο σε τόπο.
2. Κατάσταση συνεχούς ή επίμονης μετακίνησης και διαμονής σε διάφορα μέρη χωρίς μόνιμη εγκατάσταση.
Συνώνυμα
τριγυρισμα περιδιάβαση περιπλανισμός αλητεία αλητεύσιμα οδοιπορία ταξίδι βόλτα περίπατος πεζοπορία μετακίνηση περιφορά περιήγηση εκδρομή εξόρμηση διαδρομή περιπέτεια ξενάγηση περιοδεία εξερεύνηση οδοιπορικό
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η περιπλάνηση του πεζοπόρου στο βουνό κράτησε ολόκληρη μέρα.
- Η περιπλάνηση του μετά το διαζύγιο τον ώθησε να αναζητήσει νέο σκοπό στη ζωή.
- Η περιπλάνηση του νου της κατά τη διάλεξη την εμπόδιζε να συγκεντρωθεί.
- Το ποίημα μιλάει για την περιπλάνηση των ψυχών μέσα στη νύχτα.
- Η περιπλάνηση των προσφύγων αποτυπώθηκε στα ημερολόγια και στις προφορικές αφηγήσεις.