περιοχή

ουσιαστικό

1. Τμήμα του χώρου ή της γήινης επιφάνειας με σχετικά καθορισμένα όρια ή χαρακτηριστικά.

2. Διοικητικό, γεωγραφικό ή οικιστικό διαμέρισμα με συγκεκριμένη οργάνωση ή αρμοδιότητες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η περιοχή γύρω από το χωριό είναι καταπράσινη.
  • Στην περιοχή που μένουμε άνοιξε νέο σούπερ μάρκετ.
  • Αυτή η θεωρία ανήκει στην περιοχή της βιολογίας.
  • Η περιοχή αποκλείστηκε από την πυροσβεστική μετά την έκρηξη.
  • Στο διάγραμμα η περιοχή κάτω από την καμπύλη είναι σκιασμένη.
  • Οι περιοχές του δήμου έχουν διαφορετικές ανάγκες.