πειθαρχημένος
επίθετο1. Που τηρεί κανόνες, οδηγίες ή εντολές με συνέπεια και υπακοή.
2. Που επιδεικνύει αυτοέλεγχο και σταθερότητα στη συμπεριφορά, αποφεύγοντας παρορμητικές ή απρόβλεπτες ενέργειες.
Συνώνυμα
πειθαρχικός αυτοπειθαρχημένος υπακούος τακτικός υποταγμένος νομοταγής συμμορφωμένος υπάκουος οργανωμένος επιμελής συνεπής συστηματικός συγκροτημένος ελεγχόμενος μετρημένος φρόνιμος ήμερος εκπαιδευμένος εργατικός προσγειωμένος
Αντώνυμα
απειθαρχος ανυπακουος ατακτος ατιθασος απειθαρχικος ανυπάκουος ατίθασος ανυποτακτος χαοτικος ασυνεπης μπαχαλακης ανεύθυνος αδάμαστος ανεξέλεγκτος ανευθυνος αμελης απροσεκτος θρασύς παιχνιδιάρης υστερικός παραβατικός χαοτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθητής είναι πειθαρχημένος και πάντα παραδίδει τις ασκήσεις στην ώρα τους.
- Για να πετύχει στο τρέξιμο ήταν πειθαρχημένη στην προπόνηση και τη διατροφή της.
- Οι εργαζόμενοι της εταιρείας ήταν πειθαρχημένοι και τηρούσαν αυστηρά το ωράριο.
- Το στρατιωτικό τμήμα ήταν πειθαρχημένο και εκτελούσε τις εντολές χωρίς καθυστέρηση.
- Μια πειθαρχημένη ρουτίνα βοηθά στην επίτευξη στόχων.