παρηγοριά
ουσιαστικό1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα της άμβλυνσης της θλίψης, του πόνου ή της ανησυχίας σε ένα άτομο, μέσω λόγων, χειρονομιών, παρουσίας ή άλλων μορφών υποστήριξης.
Συνώνυμα
παρηγορία παραμυθία ανακούφιση συμπαράσταση υποστήριξη αποκούμπι καθησυχασμός στήριγμα άνεση κουράγιο ηρεμία ανάπαυση χαλάρωση βοήθεια ελπίδα αγκαλιά αρωγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επίσκεψή της έδωσε παρηγοριά στον πενθούντα.
- Τα λόγια του φίλου ήταν λίγη παρηγοριά μετά την άσχημη είδηση.
- Η ζεστή σούπα ήταν παρηγοριά για το άρρωστο παιδί.
- Βρήκε παρηγοριά στη μουσική όταν αισθανόταν μόνος.
- Το μετάλλιο ήταν μικρή παρηγοριά για την αποτυχία του αγώνα.