παρείσακτος
επίθετο1. Που έχει εισέλθει ή εισβάλλει ανεπιθύμητα σε χώρο, ομάδα ή σύστημα, χωρίς να ανήκει σ' αυτό ή χωρίς πρόσκληση.
2. Που είναι ξένο ή άσχετο προς τα υπόλοιπα στοιχεία ενός συνόλου και εμφανίζεται ως περιττό ή ενοχλητικό.
Συνώνυμα
εισβολέας παρεισφρητής παρεισφρημένος απρόσκλητος ανεπιθύμητος ξένος περιττός πλεονάζων εισβολικός αλλότριος απρόσδεκτος παράταιρος αταίριαστος παρασιτικός μέτοικος εξωγενής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένας παρείσακτος εισέβαλε στο κτίριο κατά τη διάρκεια της νύχτας.
- Η παρείσακτη κατάφερε να περάσει τη φρουρά χωρίς να γίνει αντιληπτή.
- Στο εργαστηριακό δείγμα βρέθηκε ένα παρείσακτο μόριο που αλλοίωσε τα αποτελέσματα.
- Οι ντόπιοι θεώρησαν τους μεγάλους επενδυτές παρείσακτους στην τοπική αγορά.
- Στη δημόσια συζήτηση ο προσωπικός τόνος ήταν παρείσακτος και αποπροσανατόλισε το ακροατήριο.