παρασκευάζω
ρήμα1. Συνδυάζω και επεξεργάζομαι υλικά ή συστατικά για να δημιουργήσω ένα προϊόν, όπως φάρμακο, χημική ένωση ή μείγμα.
2. Προετοιμάζω και επεξεργάζομαι τρόφιμα ή συστατικά με μαγειρικές ή άλλες μεθόδους ώστε να γίνουν έτοιμα για κατανάλωση.
Συνώνυμα
ετοιμάζω προετοιμάζω κάνω φτιάχνω παράγω κατασκευάζω δημιουργώ συνθέτω σκάρω αναμειγνύω επεξεργάζομαι μεταποιώ μαγειρεύω ζυμώνω βράζω αναπτύσσω πλάθω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί παρασκευάζω ελληνικό καφέ.
- Οι χημικοί παρασκευάζουν το αντιδραστήριο στο εργαστήριο.
- Το φάρμακο παρασκευάζεται σε ειδικές εγκαταστάσεις.
- Χθες παρασκεύασα ένα διάλυμα για το πείραμα.
- Η εταιρεία παρασκευάζει κρέμες προσώπου με φυσικά συστατικά.