παραλαβή

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία κάποιος λαμβάνει από τρίτο αγαθά, αντικείμενα, έγγραφα ή υπηρεσίες και επιβεβαιώνει ότι έφτασαν σε αυτόν.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παραλαβή των εμπορευμάτων θα γίνει αύριο το πρωί στο αποθηκευτικό κέντρο.
  • Έκανα την παραλαβή του δέματος από το κατάστημα.
  • Η παραλαβή του έργου από την επιτροπή ολοκληρώθηκε χωρίς παρατηρήσεις.
  • Φύλαξε την παραλαβή για να έχεις αποδεικτικό αγοράς.
  • Στην παραλαβή των αποσκευών υπήρχε μεγάλη καθυστέρηση.