παραβάτης
ουσιαστικόΠρόσωπο που παραβαίνει έναν νόμο, κανόνα, κανονισμό ή άλλη υποχρέωση, ενεργώντας αντίθετα προς τις επιβαλλόμενες διατάξεις ή συμφωνίες.
Συνώνυμα
δράστης παρανομών παραβαίνων παράνομος θύτης εγκληματίας κακοποιός αδικοπράκτης αμαρτωλός κατάδικος παραβατικός αλήτης παράτυπος ένοχος κατηγορούμενος χάκερ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παραβάτης του νόμου συνελήφθη από την αστυνομία.
- Ο παραβάτης που πέρασε με κόκκινο φανάρι πλήρωσε πρόστιμο.
- Ο παραβάτης των κανονισμών του αγώνα αποβλήθηκε από τον διαιτητή.
- Ο παραβάτης των όρων χρήσης αποκλείστηκε από την πλατφόρμα.
- Ο παραβάτης των υποσχέσεών του έχασε την εμπιστοσύνη των φίλων του.