παράμετρος

ουσιαστικό

1. Μεταβλητός ή σταθερός παράγοντας ή μέγεθος που καθορίζει τη μορφή, τη συμπεριφορά ή την έκβαση ενός συστήματος, μιας διαδικασίας ή μιας κατάστασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παράμετρος α καθορίζει το σχήμα της συνάρτησης.
  • Κάθε παράμετρος μιας συνάρτησης πρέπει να έχει δηλωμένο τύπο.
  • Μια σημαντική παράμετρος στην εκτίμηση των δεδομένων είναι η μέση τιμή.
  • Ο χρόνος είναι μια κρίσιμη παράμετρος για την επιτυχία του έργου.
  • Η θερμοκρασία θεωρείται βασική παράμετρος στη διαδικασία.