πάσο
ουσιαστικό1. Εγγραφο ή κάρτα που χορηγεί δικαίωμα εισόδου, διέλευσης ή ειδικών προνομίων σε χώρο, υπηρεσία ή εκδήλωση, συχνά η φοιτητική ταυτότητα που παρέχει μειωμένα εισιτήρια ή πρόσβαση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πάσο του φοιτητή ανοίγει την είσοδο στη βιβλιοθήκη.
- Έδειξε το πάσο στην είσοδο για να μπει στη συναυλία.
- Στο παιχνίδι είπε πάσο και πέρασε η σειρά του.
- Χρειάζεσαι πάσο για να μπεις στο στρατόπεδο.
- Ανανέωσε το μηνιαίο πάσο του για τα μέσα μεταφοράς.