οριστικός

επίθετο

1. Που καθορίζει ένα ζήτημα με τρόπο που δεν επιτρέπει εύκολη αλλαγή ή αμφιβολία σχετικά με το αποτέλεσμα ή την κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόφαση του δικαστηρίου είναι οριστική και δεν επιδέχεται έφεση.
  • Ο οριστικός πίνακας επιλογής των υποψηφίων ανακοινώθηκε σήμερα.
  • Στη γραμματική, το ρήμα στον ενεστώτα εμφανίζεται στην οριστική έγκλιση.
  • Κάνε έναν οριστικό προγραμματισμό για τις διακοπές, ώστε να κλείσουμε εισιτήρια.
  • Μετά τη συζήτηση, αποφάσισαν να δώσουν μια οριστική λύση στο πρόβλημα.