ομιλώ
ρήμα1. Εκφράζω προφορικά σκέψεις, πληροφορίες, συναισθήματα ή ιδέες ώστε να γίνω κατανοητός ή να εκφράσω άποψη.
2. Συζητώ ή ανταλλάσσω απόψεις με έναν ή περισσότερους συνομιλητές.
Συνώνυμα
μιλώ μιλάω συνομιλώ απευθύνομαι λέω συζητώ κουβεντιάζω διαλέγομαι εκφωνώ εκφράζομαι προφέρω διακηρύσσω σοβαρολογώ συζητάω αρθρώνω εκστομίζω διατυπώνω μονολογώ ψιθυρίζω φωνάζω κραυγάζω παραμιλώ σχολιάζω δηλώνω ανακοινώνω βροντοφωνάζω αντιμιλώ εκφράζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με τους ξένους, ομιλώ συνήθως στα αγγλικά.
- Όταν ομιλώ δημόσια, προσπαθώ να είμαι σαφής και συγκροτημένος.
- Στο συνέδριο, ομιλώ για τις τελευταίες εξελίξεις στην τεχνολογία.
- Μετά το περιστατικό, δεν ομιλώ πια μαζί του.
- Στην καθημερινή συζήτηση, ομιλώ πιο χαλαρά και χρησιμοποιώ απλούστερη γλώσσα.