ολικός
επίθετο1. Που αφορά ή καλύπτει το σύνολο των μερών ενός αντικειμένου ή συστήματος, χωρίς να αφήνει τμήματα εκτός.
2. Που δηλώνει το αποτέλεσμα ή το μέγεθος που προκύπτει από την πρόσθεση όλων των στοιχείων ή την έκταση μιας κατάστασης στο σύνολό της.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ολικός αριθμός των συμμετεχόντων ήταν εκατό.
- Η ασθενής υποβλήθηκε σε ολική αναισθησία πριν από την επέμβαση.
- Το ολικό φορτίο του κυκλώματος μετρήθηκε με ακρίβεια.
- Οι ολικοί βαθμοί των μαθητών δημοσιεύτηκαν στο τέλος της χρονιάς.
- Οι ολικές συνέπειες της απόφασης δεν έχουν εκτιμηθεί ακόμη.