οδοιπορία
ουσιαστικό1. Ταξίδι ή διαδρομή από τόπο σε τόπο, συνήθως με σχετικά μεγάλη διάρκεια ή απόσταση και με διαδοχικές στάσεις.
2. Μετακίνηση που πραγματοποιείται κυρίως πεζή ή με απλά μέσα, με σκοπό την περιήγηση, την εμπειρία του χώρου ή το θρησκευτικό προσκύνημα.
Συνώνυμα
οδοιπορικό ταξίδι πεζοπορία περιπλάνηση πορεία εκδρομή εξόρμηση περιήγηση διαδρομή προσκύνημα περιοδεία εξερεύνηση περπάτημα περίπατος περπατησιά βόλτα ταξιδάκι περιδιάβαση γυροβολιά απόδραση αποδημία δρόμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η οδοιπορία στο ορεινό μονοπάτι κράτησε τρεις μέρες.
- Η οδοιπορία στους ιερούς τόπους τον συγκίνησε βαθιά.
- Η οδοιπορία της ζωής της ήταν γεμάτη ανατροπές και επιτεύγματα.
- Κατέγραψε την οδοιπορία από την πόλη στο χωριό στο ημερολόγιό του.
- Η οδοιπορία των προσφύγων διήρκεσε εβδομάδες και οι συνθήκες ήταν σκληρές.