οδεύω

ρήμα

1. Κινούμαι ή προχωρώ προς κάποιον χώρο, τόπο ή προορισμό.

2. Κατευθύνομαι προς συγκεκριμένη κατάσταση ή χρονικό σημείο (π.χ. οδεύει προς το τέλος του έτους).

3. Προχωρώ ή εξελίσσομαι σταδιακά προς ένα αποτέλεσμα ή στόχο, με μεταφορική χρήση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το τρένο οδεύει προς τη Θεσσαλονίκη.
  • Εμείς οδεύουμε προς το τέλος του έτους.
  • Η οικονομία οδεύει προς ύφεση αν δεν ληφθούν μέτρα.
  • Η ομάδα οδεύει προς τη νίκη στον τελικό.
  • Ο συγγραφέας οδεύει προς την ολοκλήρωση του μυθιστορήματός του.
  • Η ανθρωπότητα οδεύει προς νέες τεχνολογικές προκλήσεις.