ξεφτίλα
ουσιαστικό1. Κατάσταση έντονης ντροπής ή απαξίωσης, δημόσιας ή προσωπικής, που προκαλεί αίσθημα υποτίμησης και ταπείνωσης.
2. Πρόσωπο που θεωρείται πηγή τέτοιας ντροπής ή απαξίωσης, συνήθως με υποτιμητική χροιά.
Συνώνυμα
ντροπή αίσχος ρεζιλίκι ταπείνωση ξεφτίλισμα εξευτελισμός ντροπιασμός γελοιότητα κάζο ανυποληψία χλευασμός φιάσκο κλάμα σκάνδαλο κατακραυγή απαξίωση γελοιοποίηση απογοήτευση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι μεγάλη ξεφτίλα να το κάνεις δημόσια.
- Τι ξεφτίλα κι αυτή!
- Με συμπεριφέρθηκε σαν ξεφτίλα, με αγνόησε μπροστά σε όλους.
- Αυτός ο πολιτικός είναι ξεφτίλα, λέει συνεχώς ψέματα.
- Η παλιά μπλούζα είχε μια ξεφτίλα στο μανίκι.