ξεπερασμένος

επίθετο

1. Που δεν είναι πλέον σύγχρονο ή ευρέως χρησιμοποιούμενο, επειδή οι συνθήκες, οι ανάγκες ή οι προτιμήσεις έχουν αλλάξει.

2. Που έχει χάσει την πρακτική του αξία ή αποτελεσματικότητα όταν συγκρίνεται με νεότερες, πιο αποδοτικές ή ενημερωμένες λύσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το λογισμικό στον υπολογιστή είναι ξεπερασμένο.
  • Η άποψή του για την εργασία θεωρείται ξεπερασμένη.
  • Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαμε παλιά είναι ξεπερασμένες.
  • Ο εξοπλισμός στο εργοστάσιο είναι ξεπερασμένος και πρέπει να αντικατασταθεί.
  • Ο παλιός νόμος είναι πλέον ξεπερασμένος και χρειάζεται αλλαγή.
  • Αισθάνθηκε ξεπερασμένος όταν οι νέοι πήραν τη θέση του στη δουλειά.