ξεμπλέκω
ρήμα1. Διαχωρίζω και αποκαθιστώ τη διάταξη αντικειμένων (νήματα, σχοινιά, μαλλιά κ.ά.) που έχουν μπερδευτεί, ώστε να λειτουργούν πάλι ανεξάρτητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η Μαρία ξεμπλέκει τα ακουστικά που είχαν μπερδευτεί.
- Δεν μπορώ να ξεμπλέξω από τις υποχρεώσεις σήμερα.
- Μετά από ώρες διαπραγματεύσεων, τελικά ξεμπλέξαμε από την περίεργη συμφωνία.
- Το δίχτυ ξεμπλέχτηκε όταν τραβήξαμε το σχοινί.
- Τον συμβούλευσα πώς να ξεμπλέξει με τα γραφειοκρατικά.