ξεδιπλώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι που ήταν διπλωμένο ή τυλιγμένο να γίνει επίπεδο ή εκτεταμένο.
2. Απομακρύνω τις πτυχώσεις ή τα τυλίγματα από ένα αντικείμενο, ώστε τα επιμέρους μέρη του να αποκαλυφθούν και να είναι προσβάσιμα.
Συνώνυμα
ξετυλίγω ανοίγω απλώνω αναπτύσσω αποκαλύπτω επιδεικνύω εμφανίζω εκθέτω δείχνω αναδεικνύω παρουσιάζω εκδηλώνω ξαπλώνω διηγούμαι αφηγούμαι διατυπώνω λύνω προβάλλω διευρύνω επεκτείνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο τραπέζι ξεδιπλώνω τον χάρτη για να δούμε τη διαδρομή.
- Στην παράσταση ξεδιπλώνω τις ικανότητές μου στο πιάνο.
- Στη συνάντηση ξεδιπλώνω το νέο σχέδιο δράσης βήμα-βήμα.
- Μιλάω αργά και ξεδιπλώνω την ιστορία μου μπροστά στο κοινό.
- Με το γράμμα σου ξεδιπλώνω τα συναισθήματά μου χωρίς να φοβάμαι.