νεωτερισμός
ουσιαστικόΕνέργεια ή αποτέλεσμα της εισαγωγής ή υιοθέτησης νέων ιδεών, μεθόδων, τεχνικών ή μορφών που διαφοροποιούν το υπάρχον πλαίσιο και επιφέρουν αλλαγή ή ανανέωση σε έναν τομέα (π.χ. τέχνη, επιστήμη, τεχνολογία, κοινωνική πρακτική).
Συνώνυμα
καινοτομία καινότητα πρωτοπορία πρωτοτυπία εκσυγχρονισμός μοντερνισμός εφεύρεση εφευρετικότητα φρεσκάδα πατέντα επαναστατικότητα
Αντώνυμα
συντηρητισμός παραδοσιασμός παράδοση έθιμο κληρονομιά παλαιότητα στασιμότητα ακινησία οπισθοδρόμηση συντήρηση
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νεωτερισμός στην τεχνολογία βελτίωσε σημαντικά την παραγωγή.
- Ο νεωτερισμός στη ζωγραφική του 20ού αιώνα προκάλεσε έντονες συζητήσεις.
- Ορισμένοι θεώρησαν τον νεωτερισμό στα έθιμα ως απομάκρυνση από τις παραδόσεις.
- Το πανεπιστήμιο υποστήριξε τον νεωτερισμό στη διδασκαλία με νέα προγράμματα.
- Ο νεωτερισμός στη γλώσσα του μυθιστορήματος δυσκόλεψε τους παραδοσιακούς αναγνώστες.