μόνος
επίθετο1. Που βρίσκεται χωρίς την παρουσία άλλων ανθρώπων, ζώων ή αντικειμένων.
2. Που δρα ή υπάρχει χωρίς συντροφιά, βοήθεια ή συνοδεία από άλλους.
3. Που αποτελεί μόνο του ένα ξεχωριστό στοιχείο ή περίπτωση, χωρίς συμπληρωματικά στοιχεία.
Συνώνυμα
μονάχος ασυνόδευτος άσυντροφος απομονωμένος μοναχικός μοναδικός αποκλειστικός μοναχός ολομόναχος σόλο ατομικός ανεξάρτητος απόμερος ερημικός ερηματικός εργένης ατομικώς χωρισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινε μόνος στο σπίτι όλη τη νύχτα.
- Η Μαρία πήγε στην εκδρομή μόνη.
- Ήρθαν μόνοι τους στο νησί.
- Μην πηγαίνεις μόνος τη νύχτα.
- Θέλω μόνο μια απλή εξήγηση.
- Ο Ανδρέας είναι ο μόνος που προσπάθησε.