μπουλούκι
ουσιαστικό1. Ομάδα ανθρώπων που κινείται ή συγκεντρώνεται μαζί, συχνά με άτακτη, θορυβώδη ή ακανόνιστη συμπεριφορά.
2. Ομάδα περιπλανώμενων καλλιτεχνών ή θεατρικών συνόλων που δίνει παραστάσεις από τόπο σε τόπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μπουλούκι συγκεντρώθηκε στην πλατεία για το πανηγύρι.
- Το μπουλούκι των περιπλανώμενων ηθοποιών έστησε πρόχειρη σκηνή.
- Ένα μπουλούκι προβάτων πέρασε αργά από το χωριό.
- Ένα μπουλούκι νεαρών έκανε φασαρία κοντά στο καφενείο.
- Το μπουλούκι των προσκυνητών πορεύτηκε προς το ξωκλήσι.