μουρμούρα

ουσιαστικό

1. Συνεχής ή επαναλαμβανόμενη φωνητική έκφραση παράπονου ή δυσαρέσκειας σε χαμηλό ή διακεκομμένο τόνο.

2. Ασαφής ή ψιθυριστή ομιλία ενός ή περισσοτέρων προσώπων που δεν απευθύνεται με σαφήνεια ή δεν επιδιώκει άμεση αντιπαράθεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Από το πλήθος ακουγόταν μουρμούρα καθώς ανακοίνωναν τα αποτελέσματα.
  • Οι εργαζόμενοι εξέφρασαν μουρμούρα για τις νέες μειώσεις μισθών.
  • Η γιαγιά έκανε μουρμούρα για την ακαταστασία στο σπίτι.
  • Στο καφενείο σηκώθηκε μουρμούρα όταν ανέβηκε η τιμή του καφέ.
  • Μη αρχίζεις τη μουρμούρα, λύσε πρώτα το πρόβλημα.