μιλώ

ρήμα

1. Εκφράζω προφορικά λέξεις, φράσεις ή προτάσεις με σκοπό την επικοινωνία.

2. Συνομιλώ ή ανταλλάσσω απόψεις και πληροφορίες με άλλους μέσω λόγου.

3. Απευθύνομαι σε ακροατήριο για να ενημερώσω, να πείσω ή να ψυχαγωγήσω.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν μιλώ με φίλους, γελάμε πολύ.
  • Στη συνέλευση μιλώ για τα προβλήματα της γειτονιάς.
  • Σπάνια μιλώ στα αγγλικά στο σπίτι.
  • Δεν μιλώ όταν άλλοι φωνάζουν.
  • Στην παρουσίαση μιλώ μπροστά σε εκατοντάδες ανθρώπους.