μιλάω
ρήμα1. Αποδίδω με φωνή λέξεις ή φράσεις για να εκφράσω σκέψεις, αισθήματα, πληροφορίες ή εντολές.
2. Ανταλλάσσω λόγια ή συνομιλώ με κάποιον, συμμετέχοντας σε διάλογο ή συζήτηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ μιλάω ελληνικά κάθε μέρα.
- Τώρα μιλάω στο τηλέφωνο με τη Μαρία.
- Στην τάξη μιλάω για την ιστορία της πόλης.
- Όταν μιλάω σοβαρά, θέλω να με καταλαβαίνουν.
- Μετά τη συνάντηση μιλάω με τον διευθυντή για το πρότζεκτ.