μεταβλητός
επίθετο1. Που υπόκειται σε αλλαγή και δεν παραμένει σταθερό.
2. Που παρουσιάζει διακυμάνσεις ή μεταπτώσεις σε τιμή, κατάσταση ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
ευμετάβλητος μεταβαλλόμενος διακυμαινόμενος κυμαινόμενος ασταθής άστατος εναλλασσόμενος ρευστός ευέλικτος ελαστικός ποικίλος απρόβλεπτος αλλοπρόσαλλος αναποφάσιστος ιδιότροπος προσαρμοστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καιρός είναι μεταβλητός σήμερα, με ήλιο και σύννεφα εναλλάξ.
- Το πρόγραμμα της εκδήλωσης είναι μεταβλητό, ανάλογα με τις συνθήκες.
- Η συμπεριφορά του παιδιού είναι πολύ μεταβλητή τον τελευταίο καιρό.
- Οι συνθήκες στην αγορά παραμένουν μεταβλητές και απρόβλεπτες.
- Στα μαθηματικά, μια μεταβλητή μπορεί να πάρει διαφορετικές τιμές.