μειώνομαι

ρήμα

1. Γίνομαι μικρότερος σε μέγεθος, ποσότητα, ένταση ή βαθμό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.

2. Υποβάλλομαι σε μείωση λόγω εξωτερικής επίδρασης, απόφασης ή διαδικασίας (π.χ. για τιμές, μισθούς, αριθμούς ή ποσοστά).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Από την αρχή της δίαιτας, μειώνομαι σταδιακά.
  • Με τις συνεχείς αποτυχίες, φοβάμαι ότι μειώνομαι ως επαγγελματίας.
  • Κάθε χρόνο μειώνομαι σε ενέργεια και αντοχή.
  • Στην ομάδα, νιώθω πως μειώνομαι και δεν παίρνω πια πρωτοβουλίες.
  • Αν δεν ενημερώνομαι για τις εξελίξεις, νιώθω ότι μειώνομαι.